Η Ζοζεφίν από την ημέρα που έφυγε από το χωριό της, ήξερε πως για να της χαμογελάσει η ζωή θα έπρεπε να προσπαθήσει πολύ. Η οικογένειά της αποτελείτο από τη μητέρα της –μια πρώην γοητευτική ηθοποιό- και αρκετά αδέλφια. Ο πατέρας της εδώ και αρκετά χρόνια είχε πεθάνει από το ποτό σε συνδυασμό με κάποιου είδους τρέλα. Ήταν άραγε ψυχασθενής ή μονίμως μεθυσμένος; Δεν ήξερε. Ήξερε ότι παλαιότερα οι γονείς της ήταν ερωτευμένοι. Γύριζαν τη Γαλλική επαρχία, άλλοτε τραγουδούσαν, άλλοτε σκαρφίζονταν κάποιο θεατρικό. Καθώς τα παιδιά αυξάνονταν, οι καλλιτεχνικές μέρες του ζευγαριού μειώνονταν και τη θέση τους έπαιρνε η φτώχεια και η αρρώστια.
Καθόταν στο βαγόνι του τρένου με προορισμό το Παρίσι. Κάποιος καλλιτέχνης ζητούσε να δει μοντέλα για τη ζωγραφική του κι εκείνη θα πήγαινε μήπως την προσλάβει. Θα έμενε στο Μοναστήρι πίσω από το ΝοτρΝταμ. Μακάρι ο ζωγράφος να την προσελάμβανε. Ήταν νέα, όμορφη και είχε χάρη στις κινήσεις της. Κοιτούσε τα δέντρα έξω από το παράθυρο και φανταζόταν μια διαφορετική ζωή να την περιμένει. Κάποιον να την αγαπήσει, να βγαίνουν μαζί, να φορά ίσως κάποιο όμορφο φόρεμα και μακριά μαύρα γάντια, μπορεί και κάποιο καπέλο με βέλο που και που. Εκείνη θα τον φρόντιζε και θα του ήταν για πάντα πιστή και ευγνώμων.
Ένιωσε ένα άτολμο άγγιγμα στον ώμο της. Ο ελεγκτής είχε ήδη πει περισσότερες από 3-4 φορές «Κυρία, έχουμε φτάσει». Την κοιτούσε με ευγένεια. Εκείνη ντροπαλά ζήτησε συγγνώμη που είχε αποκοιμηθεί , πήρε την μεγάλη μαυροκόκκινη καρό βαλίτσα της και κατέβηκε από το τρένο. Μέσα στο ταξί συνέχισε την ονειροπόληση της. Θα πήγαινε κατευθείαν στο ζωγράφο. Τα ρούχα που φορούσε τα είχε ράψει με οικονομίες στις οποίες είχαν συνεισφέρει και τα αδέλφια της. Στο χωριό πίστευαν πως η Ζοζεφίν θα κατάφερνε να βρει δουλειά στο Παρίσι. Η μητέρα της την είχε προειδοποιήσει να αποφύγει τον ελευθέριο βίο των καλλιτεχνικών κύκλων, γιατί βάζει ταφόπλακα στα όνειρα αποκατάστασης των κοριτσιών.
«Κυρία, να σας αφήσω στην πλατεία γιατί φτάσαμε; Η οδός που ψάχνετε είναι αυτό εκεί το πλακόστρωτο, πίσω από το πέτρινο κτίριο με τα κίτρινα παράθυρα». Η Ζοζεφιν κατέβηκε από το ταξί και σε λίγο άκουσε τα τακούνια της να χτυπούν ρυθμικά, πριν από κάθε ηχώ που σχημάτιζε το στενό δρομάκι. «Γκαλερί ΖΑΝ ΑΝΟΥΙΓ». Αυτό ήταν το όνομα του ζωγράφου που ζητούσε μοντέλα. Θα ήταν γέρος, νέος, δύστροπος, κοινωνικός; Μακάρι να ήταν βατός άνθρωπος, ώστε να μπορεί να συνεχίσει τα όνειρά της στην όμορφη αυτή πόλη και να μη χρειαστεί να γυρίσει στο χωριό της παρά μόνο για να δει την μητέρα της και να φέρει εντυπωσιακά δώρα στα αδέλφια της και τους γείτονες.
Στη σκάλα της γκαλερί διασταυρώθηκε με έναν κομψό κύριο. Πόσο διαφορετικός ήταν από τους νέους του χωριού! Φορούσε ένα ζέρσεϊ γκρίζο κοστούμι και τη χαιρέτισε μαγεμένος βγάζοντας το καπέλο του. Εκείνη, εξοικειωμένη με το θαυμασμό των αντρών και με τη χάρη της θεατρικής της παιδείας, του χαμογέλασε και έκανε να περάσει. Ο κύριος τότε αναρωτήθηκε με την χαμηλόφωνη μπάσα φωνή του αν θα μπορούσε να είχε την τιμή να τη συνοδέψει στις σκάλες. Της φάνηκε τόσο υπερβολικά ρομαντικό το αίτημά του και ο τρόπος που το διατύπωσε, ώστε διασκεδασμένη του άπλωσε κομψά το χέρι της. Εκείνος, το πήρε με προσοχή και το τύλιξε γύρω από τον πήχη του, λίγο πιο πάνω από τον καρπό του. Δεν είπαν τίποτε, μονάχα σιγογελούσαν και οι δυό, σχεδόν συνωμοτικά.
Φτάσαν στις αίθουσες με τους πίνακες. «Θα σας ενδιέφερε να σας δείξω τους πίνακές μου;» ρώτησε ο ζωγράφος, κοιτώντας την μαγεμένος μες τα λαμπερά της μάτια. «Εσείς είστε ο ζωγράφος Ζαν Ανουίγ που ζητεί μοντέλα για τη ζωγραφική του;» ρώτησε μειδιάζοντας η Ζοζεφίν, με το χέρι της ακόμη να ψηλαφίζει τις ανώμαλες ραφές του υφάσματος του μανικιού του. Ήταν αυτός. Ευτυχώς Θεέ μου, θα έμενε στο Παρίσι!
Το ζευγάρι περνούσε όλες του σχεδόν τις ώρες μαζί. Ο Ζαν ήταν τόσο μαγεμένος από τη Ζοζεφίν που ακόμα και στα μικρά καφέ πήγαιναν κάθε πρωί τη ζωγράφιζε πάνω στις χαρτοπετσέτες. Μετά τη ζωγράφιζε για ώρες ατέλειωτες στο στούντιό του. Δεν μιλούσαν πολύ. Έκαναν έρωτα και μετά ζωγραφική. Ο Ζαν τη ζωγράφιζε ως Άνοιξη, ως άγγελο, ως παναγία, ως εταίρα, ως ερινύα, ως μάγισσα, ως … Εκείνη μαγευόταν κάθε μέρα και περισσότερο από τον Ζαν και πίστευε πραγματικά πως είναι ο καλύτερος ζωγράφος στον κόσμο, ο καλύτερος άνθρωπος στον κόσμο, ο καλύτερος…
Μετά από τρεις μήνες ο Ζαν άρχισε να αποτραβιέται από κοντά της. Δεν το κατάλαβε αμέσως, αλλά τώρα πια ήταν σίγουρη. Τις προάλλες στη βόλτα τους στο ποτάμι είχε έρθει και ένας άλλος φίλος του ζωγράφος. Τους είχε ακούσει όταν ο Ζαν απολογήθηκε στο φίλο του που δεν είχαν ιδωθεί το τελευταίο τρίμηνο και υποσχέθηκε να επανορθώσει. Μετά δεν ξέρει τι είπαν ακριβώς, είχαν περπατήσει λίγο πιο μπροστά από εκείνη, πάντως το όνομά της το πρόφερε και ο Ζαν και ο φίλος του. Μετά άκουσε κάτι ψιθύρους και κάτι χαχανητά ίσως αθώα, ποιος ξέρει. Μετά δεν μιλούσαν για πολύ ώρα και εκείνη που είχε διακριτικά μείνει λίγο πίσω, επιτάχυνε το βήμα της και βλέποντας ένα ψάρι να πηδάει έξω από το νερό φώναξε ενθουσιασμένη: «Κοίτα Ζαν, το ψαράκι πηδάει!» Τότε εκείνος της απάντησε κουρασμένα «Ναι το είδα» χωρίς να κοιτάξει. «Αφού δεν το είδες!» του είπε εκείνη. Η συνωμοτική σιωπή των δύο φίλων έγινε τόσο δυνατή που άρχισε να πνίγει τη Ζοζεφίν. Τότε σκέφτηκε να πει ένα τραγουδάκι για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα. Ήταν ένα χαζοτράγουδο που ο Ζαν μισούσε και εκείνη τον πείραζε με αυτό. Ήθελε τόσο να μπει κι εκείνη στην παρέα των δύο ανδρών.
Τότε έγινε κάτι που της ράγισε την καρδιά. Ο Ζαν της μίλησε απαξιωτικά. Της είπε να σωπάσει και ότι την παρακαλεί να σεβαστεί την ησυχία της φύσης και άλλα τέτοια. Παρίστανε με τη συμπεριφορά του ότι λογαριάζει μόνο το φίλο του, και ότι δεν τον νοιάζει να την απαξιώνει μπροστά του. Ήταν πολύ παιδαριώδες να την προσβάλλει έτσι μπροστά σε έναν τρίτο μόνο και μόνο για να επιρρώσει την ηλίθια συγγνώμη του που είχαν χαθεί για ένα τρίμηνο οι δύο φίλοι. Σαν να χρησιμοποιεί τις προσβολές του εναντίον της μόνο και μόνο για να καθησυχάσει τον φίλο του πως δεν θα ξαναχαθούν.
Όμως ήταν του Ζαν το φταίξιμο που είχε χαθεί από όλους και όλα, εκείνη ποτέ δεν του είχε ζητήσει να μη βλέπει τους φίλους του, ή να μη συμμετέχει σε δραστηριότητες. Ούτε του ζήτησε να την ερωτευθεί, ούτε να τη ζωγραφίζει, ούτε να μένουν στο σπίτι του. Πήγε τότε να του ξαναμιλήσει, να του εξηγήσει ότι είναι άδικος μαζί της, όμως εκείνος της είπε ότι τον ενοχλεί και κατόπιν παρίστανε τον μεγάλο καλλιτέχνη που θέλει να αφουγκρασθεί τη φύση, ενώ εκείνη τάχα είναι μιας χαμηλής υποστάθμης γυναικούλα. «Μόνο οι βλάκες δεν συζητούν» του φώναξε για να ακούσει και ο φίλος του, που πάραυτα, φανερά συνέπλεε με την ανόητη συμπεριφορά του Ζαν.
Εκείνη έφυγε και γύρισε στο σπίτι τους. Ετοίμασε κάτι όμορφο να φάνε και οι τρείς και αποφάσισε να μην ασχοληθεί ξανά με το περιστατικό του ποταμιού. Όμως ο Ζαν δεν γύρισε το βράδυ. Μάταια ξυπνούσε η Ζοζεφίν και κοιτούσε το άδειο μαξιλάρι του Ζαν. Την άλλη μέρα ο Ζαν δεν εμφανίσθηκε καθόλου. Ούτε την παράλλη, ούτε τις επόμενες 3-4 ημέρες. Μάθαινε από τους γύρω ότι ζει, δεν είχε κάτι πάθει, απλά είχε εξαφανισθεί. Ένα πρωί βρήκε πάνω στο τζάκι τους ακουμπισμένα ένα σημείωμα και ένα χοντρό φάκελο. Ήταν φανερό ότι ενώ έλειπε, είχε έρθει ο Ζαν και της τα είχε αφήσει. Το σημείωμα έλεγε να κρατήσει εκείνη το σπίτι, αλλά και τα χρήματα του φακέλου. Τέλος, να τον συγχωρήσει που δεν την αγαπάει πια.
Η Ζοζεφίν άρχισε να τον ψάχνει σαν τρελή. Πήγαινε στους φίλους του, στα μέρη που σύχναζαν. Έμαθε που έμενε ο φίλος του, εκείνος από τη βόλτα στο ποτάμι. Πήρε το φάκελο με τα χρήματα και ανέβηκε τρέμοντας στη σκάλα της σκοτεινής οικίας. Της άνοιξε ο φίλος του. Και τότε τον είδε. Να ζωγραφίζει απαθής, γαλήνιος λες και η καταστρεπτική ανεμοθύελλα που σάρωνε τη ζωή της είχε γκρεμίσει μόνο τον δικό της κόσμο και δεν είχε καταφέρει να αγγίξει καν τον δικό του. Του μίλησε και πείσθηκε πως αυτός σκόπευε να είναι μαζί της απαθής και παγερός. Καμία δύναμη δεν θα τον μετέστρεφε για να ξαναγυρίσει κοντά της.
Ακόμη και όταν του πέταξε το φάκελο με τα λεφτά αυτός έμεινε ψυχρός. Άκουγε τις φωνές τους και ο αντιπαθέστατος φίλος του, και αφού ο Ζαν έδινε τόση βάση στη χαζογνώμη του ήταν αδύνατο παρουσία του φίλου του, να καταφέρει τον Ζαν να γυρίσει κοντά της. Κάπνιζαν και οι δύο άντρες, την κοιτούσαν σαν να τους χαλούσε τη ζωγραφική τους, ότι αυτή είναι άτεχνη, δεν τους καταλαβαίνει, ότι δεν της χρωστούνε τίποτε και καλά θα έκανε να ξεκουμπιζόταν. Ήξερε πως αν έφευγε από εκεί χωρίς το Ζαν θα τον έχανε για πάντα. Όλοι τότε θα συμφωνούσαν πως δεν της χρώσταγε τίποτα. Όσο εκείνη είναι εκεί και τον διεκδικεί, κάτι της χρωστάει. Αν φύγει χωρίς αυτόν, χάνει και το οτιδήποτε πιθανόν αυτός της χρωστάει. Φεύγοντας χωρίς αυτόν, σβήνει οριστικά ό τι έζησαν μέχρι σήμερα. Η Ζοζεφίν δεν θα έφευγε από εκεί χωρίς το Ζαν.
Εκείνη τη στιγμή, ο φίλος του Ζαν της εξήγησε πως τάχα ο Ζαν είναι υποχρεωμένος από τους δικούς του να παντρευτεί μια άλλη. «Αν την παντρευτείς εγώ θα αυτοκτονήσω» απάντησε στον Ζαν κοιτώντας τον φλογισμένα ίσια στα μάτια. «Το παράθυρο είναι εδώ, μπορείς αν θες να πηδήξεις, είναι και ανοιχτό» της απάντησε χωρίς να την κοιτάζει ο Ζαν. «Αν πεθάνω τώρα» σκέφτηκε η Ζοζεφίν «η υπόλοιπη ζωή του θα είναι χειρότερη από κόλαση. Να δω τι θα πουν τότε όλοι εκείνοι που πιστεύουν ότι δεν μου χρωστάει τίποτα!». Τότε η Ζοζεφίν έστριψε απότομα, άρχισε να τρέχει προς το παράθυρο και έπεσε κάτω.
Κόσμος είχε μαζευτεί γύρω από την βαριά τραυματισμένη Ζοζεφίν. Ίσα που ανάσαινε και με δυσκολία άνοιξε ελάχιστα τα μάτια της. Θα πρέπει να κατάπινε αίμα γιατί κατάπινε κάτι υγρό συνεχώς. Ο Ζαν της κρατούσε το χέρι, όπως τότε, στην πρώτη τους συνάντηση στη σκάλα της γκαλερί, και έκλαιγε γοερά. Δεν ήταν πια απόμακρος και ειρωνικός, ήταν ο Ζαν της, ο ολόδικός της Ζαν. Ώστε έπρεπε να φτάσει μέχρι εκεί για να τον ξαναβρεί; Ο φίλος του, οι καλλιτεχνικοί σιωπηλοί περίπατοι, η αιώνια ανέμελη εφηβεία ήταν ήδη σε δεύτερο φόντο και αχνόσβηναν στη ρέμβη του παρόντος που δευτερόλεπτο δευτερόλεπτο απωθούνταν οριστικά σε ανεπιθύμητο παρελθόν. Αν κατάφερνε να μην ξεψυχήσει, ήξερε πως ο Ζαν δεν θα την εγκατέλειπε ξανά. Αλλά και να μην τα καταφέρνε να ζήσει, ο Ζαν θα ήταν πια δικός της για πάντα.
No comments:
Post a Comment