28 February 2007

Τριαντάφυλλος

Χιονίζει έξω από το παράθυρο …
Μερικές φορές ο καιρός είναι και καλός. Όσες μέρες κάνει κρύο, αιωρείται το συναίσθημα πως πάντα θα είναι έτσι. Σαν να θέλει ο νους να σβήσει εντελώς το ενδεχόμενο της καλοκαιρίας. Κι όμως μέσα μας πάντοτε υπάρχει η ελπίδα του καλοκαιριού αν και μία ασυνείδητη εσωτερική μας δύναμη επιμένει να την απωθεί στους διαδρόμους της λήθης. Είναι κάποιος πολύπλοκος μηχανισμός μες τον άνθρωπο που επιμένει να του υπενθυμίζει το άσχημο και ταυτόχρονα να υποβιβάζει σε σημείο που να ευτελίζει κάθε τι συναισθηματικά θετικό. Αλήθεια πόσο λιγότερο μας πείθει ο έπαινος από τον ψόγο; Πόσο πιο βαθιά χαράζεται η δυσάρεστη από την ευχάριστη εμπειρία; Τέλος πόσο απελπιστικά ουτοπική φαντάζει σήμερα η πιθανότητα μιας ηλιόλουστης μέρας!
Ο Τριαντάφυλλος κατά τη διάρκεια κάθε καλοκαιριού έτρεμε μήπως συννεφιάσει, μήπως γυρίσει ο καιρός. Ζώντας στη λιακάδα βίωνε τη βροχή, το τσουχτερό κρύο. Φοβόταν πολύ να πιστέψει ότι ήρθε επιτέλους αυτό που τόσο καιρό και με τόση καρτερικότητα περίμενε. Ο ανόητος! Μόλις άρχιζε να υποπτεύεται πώς να! αυτό ήταν εκείνο που πάντα αναζητούσε, το καλοκαίρι είχε ήδη φύγει. Κάθε φθινόπωρο ο Τριαντάφυλλος έκλαιγε που για μια ακόμη φορά δεν πρόλαβε να ζήσει και να χαρεί τη μεγάλη του αναζήτηση.
Αν ο Τριαντάφυλλος θεωρούσε υπεύθυνο για τη δυστυχία του το Θεό, εκείνος θα μπορούσε εύκολα να άρει την κατηγορία:Το φθινόπωρο τοποθετήθηκε πριν από το χειμώνα για να προετοιμάζει τον άνθρωπο για το κρύο. Και η άνοιξη πριν από το καλοκαίρι για να αναγγέλλει τη ζέστη. Για τον Τριαντάφυλλο όμως τα πράγματα έδειχναν τελείως διαφορετικά! Η άνοιξη για εκείνον ήταν μια διπρόσωπη, κακόγουστη εποχή. Με τη συχνή εναλλαγή της ζέστης και του κρύου, τον έκανε ακόμα πιο ανασφαλή. Η άνοιξη κρυβόταν κάτω από το περίβλημα της πιο φωτεινής αυγουστιάτικης ημέρας και διαπότιζε το ήπιό της ανάλαφρο αεράκι με το πιο τσουχτερό χειμωνιάτικο κρύο. Όσο για το φθινόπωρο, ανακάτευε τα ομορφότερα χρώματα του πιο νοσταλγικού ουρανού κι ύστερα ο ουρανός εκείνος έκλαιγε, έκλαιγε. Σαν να θρηνούσε κι εκείνος μαζί με τον Τριαντάφυλλο για το πρόωρο χάσιμο του καλοκαιριού και την πρώιμη άφιξη του χειμώνα.
Ο Τριαντάφυλλος θα έπρεπε λογικά να είναι ερωτευμένος με το φθινόπωρο και όχι με το καλοκαίρι. Τον εντυπωσίαζε πάντα η σκέψη πως εκείνος, ένας άνθρωπος, είχε τόσα πολλά κοινά με μία εποχή του χρόνου: τη νοσταλγία, τον μόνιμο πόνο μετά το καλοκαίρι…Είναι όμως το απρόσιτο εκείνο που ερωτευόμαστε, αφού το συνηθισμένο νιώθουμε πως το κουβαλούμε μέσα μας. Ζητάμε το διαφορετικό στο αντικείμενο του έρωτά μας. Το διαφορετικό ήταν για τον Τριαντάφυλλο το θερμό, ανάλαφρο, χαρούμενο, ζωηρό καλοκαίρι.
Ξάφνου από το μυαλό του Τριαντάφυλλου πέρασε η σκέψη πως και το φθινόπωρο είναι ερωτευμένο με το καλοκαίρι. Έτσι λοιπόν εξηγούνται τα κλάματα του ουρανού, η διάχυτη νοσταλγία, τα απογυμνωμένα και άχαρα δέντρα. Τι κουτός που πίστεψε πως όλα εκείνα τα καιρικά καμώματα του συμπαραστέκονταν! Το φθινόπωρο από αντικείμενο ταύτισης είχε γίνει πια για τον Τριαντάφυλλο ο μεγαλύτερος αντίζηλος. Είμαστε μόνοι όταν ερωτευόμαστε.
Πόσο μειονεκτικά αισθανόταν ο Τριαντάφυλλος όταν συνέκρινε τον εαυτό του με το φθινόπωρο! Σίγουρα εκείνο ήταν, όπως και το καλοκαίρι, μια εποχή, ενώ εκείνος όχι. Η σκέψη όμως που άρχισε να τον τυραννά περισσότερο από κάθε άλλη ήταν ότι το φθινόπωρο ενωνόταν με το καλοκαίρι!
Τελικά φταίει ο Θεός, κατέληξε ο Τριαντάφυλλος. Που ο Τριαντάφυλλος κλαίει κάθε καλοκαίρι, γιατί φοβάται πως αν χαρεί θα πέσει θύμα μιας ανοιξιάτικης φάρσας. Που νιώθουμε ασφαλείς μες στη νοσταλγία μας. Που έπλασε τους Τριαντάφυλλους ικανούς να ερωτευθούν μία εποχή…

Καλντέρα

Νομίζω πως πριν σε δω είχε αρχίσει μια μουσική στα αυτιά μου. Όχι, δεν ήταν από τις καφετέριες σίγουρα. Ίσως να ήταν η επιβλητική βοή των τεράστιων βράχινων όγκων μαζί με την εξωπραγματική έλλειψη κίνησης της θάλασσας.
Όταν σε είδα σίγουρα σταμάτησε ο χρόνος. Ή μάλλον ο χρόνος που για σένα δεν κυλά, παρέσυρε κι εμένα σ΄ αυτήν την επιβλητική γαλήνη.
Αιχμάλωτη στη θέα σου ρούφηξα λαίμαργα την εικόνα σου για να τρέφω στο μέλλον τα όνειρά μου.
Ντράπηκα που δεν είχαμε γνωριστεί νωρίτερα. Η φαντασία μου άρχισε να ζηλεύει και να με κακίζει που της είχα στερήσει τη μαγεία σου.
Ο χρόνος εξακολουθούσε να είναι πετρωμένος. Μήπως αυτή η ολοκληρωτική, μεγαλόπρεπη σιωπή είναι η απάντηση στην πρόσφατη έκρηξη που βίαια έσκισε το νησί; Θεέ ξέρω που έχεις τα μάτια σου όταν καμαρώνεις τη φύση. Μετά την κόλαση της φωτιάς και της λάβας γέννησες ένα μικρό παράδεισο.
Μάζεψα γρήγορα το βλέμμα μου. Η μουσική σώπασε, ο καθημερινός ήχος επανήλθε. Προσπάθησα αμέσως να σε αναπλάσω στη μνήμη μου, με λαχτάρα και τρόμο μήπως ποτέ σε ξεχάσω.
Να ΄σαι. Όμως αδύνατον. Πώς να πλέξω όλη αυτή τη λάμψη του ήλιου σε κάθε πόντο της υδάτινης βασίλισσας; Πώς να συνθέσω τα χρώματα των σκούρων βράχων, τα σχήματα, το ύψος, Θεέ μου, το ύψος, πως θα το συγκρατήσω;
Σε ξανακοίταξα. Ξανά η τραγουδιστή βοή, ξανά το πάγωμα του χρόνου. Είσαι πολύ πιο όμορφη από όσο μπορεί να συγκρατήσει το φτωχό μου μυαλό Καλντέρα. Θα ζεις για πάντα μέσα μου. ΄Η μάλλον θα ζω για πάντα μέσα σου. Ποτέ ένα «μέσα» δεν μου χάρισε τόση ανοιχτωσιά Καλντέρα. Σ΄ ευχαριστώ.

Το τέλος μιας σχέσης

Άνοιξα τα μάτια μου σε μοναχικό νησί.

Η θάλασσα εξαφανιζόταν
η γη άρχισε να υποχωρεί
ο αέρας να γίνεται λιγοστός, αποπνικτικός
ο ήλιος σιγόκαιε ολοένα εξασθενισμένα
τα φυτά ξεράθηκαν
τα πουλιά και τα ζώα κείτονταν νεκρά γύρω
και άρχιζαν να αποσυντίθενται.

Κατάλαβα ότι ο χρόνος μου εκεί ήταν περιορισμένος.
Κατάλαβα ότι ο αγαπημένος μου
είχε πάψει να τρέφει την αγάπη μας με τα όνειρά του.

Έπρεπε γρήγορα να τον βρω, να του μιλήσω
πριν προλάβει να χαθεί για πάντα από το νησί,
πριν η μορφή του ξεφτίσει εντελώς
και μεταφερθεί σε άλλους κόσμους.
Δεν πρόλαβα όμως.

Έπρεπε να σωθώ από το νησί που με ραγδαίους ρυθμούς αφανιζόταν.

Δεν ξέρω αν τελικά τα κατάφερα
γιατί νομίζω πως ειδικά τα βράδια,
τότε που ο νους δεν μπορεί να ελεγχθεί,
γυρίζω πίσω στο τρομακτικό εκείνο μέρος.
Τα πρωινά βλέπω στον καθρέπτη την ολοκαίνουργια μορφή μου, όμως κοιτάζοντας βαθιά μέσα στα μάτια μου
βλέπω την εγκατάλειψη,
την μοναξιά
και την ερημωμένη γη
που με πενθεί
γιατί πεθαίνω μαζί της.

Για πάντα

Δε σε ξοδεύω μιλώντας.
Δε μοιράζομαι τον πόνο μου,
για να μη σκορπιστεί μες το χρόνο, μες το χώρο
και η λήθη ροκανίσει το μοναδικό μου απομεινάρι από εσένα.
Δε θέλω δικαίωση στην προσμονή μου.
Δε θέλω πραγμάτωση της ελπίδας μου.
Μου αρκεί που ανασαίνουμε τον ίδιο αέρα,
που κολυμπάμε στην ίδια θάλασσα.
Είναι και αυτό ένα “για πάντα”.

Κι αν δε θες να με κοιτάς,
ξέρεις ότι υπάρχω.
Κι αν δε θες να με ακούς,
έχεις στ΄ αυτιά σου τη σιωπή μου,
πιο ηχηρή κι απ΄ τις στριγκλιές,
που μάταια ενθαρρύνεις γύρω σου.

 
Μέσα στα ερωτηματικά, τα αδιέξοδα και τις λύπες,
εσύ έχεις ελπίδα.

Κι αν όλα δείχνουν πως κάνεις λάθος,
πως τα βήματά σου σε οδηγούν σε άλλα μονοπάτια,
εσύ έχεις ελπίδα.

Κι αν τα μάτια που κουβαλάς μέσα στην ψυχή σου
μιλούν με λόγια λησμονιάς, με σκληρότητα και με απόσταση,
εσύ έχεις ελπίδα.

Κι όταν οι φόβοι σου κάνουν παρέα με τη μοναξιά σου
εσύ έχεις ελπίδα.



Ελπίζω

18 February 2007

Αποκριάτικο πάρτυ


Η μάχη με τον εγωισμό μου δεν ξέρω αν είναι υποκριτική –για να νιώθω καλός άνθρωπος- ή πραγματική. Για να νικηθεί αυτό το υπερ-ανθρώπινο τέρας πίστευα πως αρκεί μόλις το βλέπω να του κλείνω την πόρτα και να μη ξαναμπώ ποτέ στο χώρο που το είδα τελευταία φορά. Κάτι σαν το Μινώταυρο που ξεγλυστρά στο λαβύρινθο, ο οποίος παρεπιπτόντως είναι ο εαυτός μου και αν μη τι άλλο τον ξέρω πολύ καλά (κούνια που με κούναγε), οπότε δεν μου χρειάζεται και ο μύτος της Αριάδνης. Θα τον κυνηγώ, ώσπου μια μέρα θα τον στριμώξω και τον ξεκάνω. Μόνο που όσο τον κυνηγώ και τον στριμώχνω, τόσο αυτός αλλάζει μορφές, μπαίνει ύπουλα σε κρυφά κανάλια, μετουσιώνεται όπως το AIDS και μεταλλάσει τους υγιείς ιστούς σε αρρώστια, όπως ο καρκίνος. Και νομίζω, καμιά φορά που απελπίζομαι μαζί του, ότι αν δεν τον κυνηγούσα και τον άφηνα στην ησυχία του, θα εκτονωνόταν πιο ομαλά και πιο ανώδυνα στην καθημερινότητά μου, ενώ τώρα γιγαντώνεται και γίνεται ξεφτέρι στο ξεγλύστρημα.
Τον εντόπισα εύκολα όταν είδα για πρώτη φορά την κόρη μου («είναι το καλύτερο μωρό»). Μου ξέφυγε όμως, σήμερα, που με παράτησε μόνη μου, για τιμωρία, και ο άντρας μου αλλά και η μητέρα μου. Είναι φανερό: δεν με αντέχουν. Όμως τώρα θα τον ξεσκεπάσω εύκολα, αφού δεν έχω έναν, αλλά δύο ανθρώπους ταυτόχρονα να με αποφεύγουν. Και στους δύο μίλησα απότομα, λακωνικά, προσβλητικά, για να επιβάλλω τη γνώμη μου (καλή, χρυσή και εξ αγαθών ελατηρίων ορμώμενη). Κοινή συνισταμένη είναι η μανία μου να επιβάλλω το δικό μου (ανεξάρτητα αν είναι κατά πληθυσμιακή πλειοψηφία το ορθό ή όχι) καθώς και ο brutal, ειρωνικός, επιθετικός κλπ εαυτός μου.
«Πρέπει και στους ολόδικούς μου ανθρώπους να κρατάω τα προσχήματα; Σε κανέναν πια δεν μπορώ να είμαι ο εαυτός μου;» ψευτοαναρωτιέται, χρησιμοποιώντας το μυαλό μου, ο εγωισμός μου, κρυπτόμενος πίσω από το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, μέσω δικαιολόγησης, το οποίο και εμπίπτει στην ευρύτερη συνομοταξία συναισθημάτων, που χρησιμοποιεί συχνά ως μάσκες.
«Πιστεύεις ότι είσαι εξυπνότερη από αυτούς τους δύο και θες να τους επιβληθείς χωρίς κάν τη βάσανο να αιτιολογήσεις τη γνώμη σου, για να τους ξεπετάξεις, χωρίς να χάνεις πολύτιμο χρόνο για να τους πείθεις;» τολμώ να ρωτήσω τον εαυτό μου. «Ναι» απαντώ μέσα μου και ο εγωισμός μου ένοχος χαμηλώνει το βλέμμα. «Δεν έχω χρόνο, δεν έχω υπομονή, το έχω ήδη εξηγήσει πολλές φορές» τολμάει να ψελλίσει, αλλά ξέρει πως, αφού του έβγαλα τo αποκριάτικο κοστούμι, το πάρτυ έχει λήξει και θα πρέπει να βρει καινούργια φορεσιά.