Χιονίζει έξω από το παράθυρο …
Μερικές φορές ο καιρός είναι και καλός. Όσες μέρες κάνει κρύο, αιωρείται το συναίσθημα πως πάντα θα είναι έτσι. Σαν να θέλει ο νους να σβήσει εντελώς το ενδεχόμενο της καλοκαιρίας. Κι όμως μέσα μας πάντοτε υπάρχει η ελπίδα του καλοκαιριού αν και μία ασυνείδητη εσωτερική μας δύναμη επιμένει να την απωθεί στους διαδρόμους της λήθης. Είναι κάποιος πολύπλοκος μηχανισμός μες τον άνθρωπο που επιμένει να του υπενθυμίζει το άσχημο και ταυτόχρονα να υποβιβάζει σε σημείο που να ευτελίζει κάθε τι συναισθηματικά θετικό. Αλήθεια πόσο λιγότερο μας πείθει ο έπαινος από τον ψόγο; Πόσο πιο βαθιά χαράζεται η δυσάρεστη από την ευχάριστη εμπειρία; Τέλος πόσο απελπιστικά ουτοπική φαντάζει σήμερα η πιθανότητα μιας ηλιόλουστης μέρας!
Ο Τριαντάφυλλος κατά τη διάρκεια κάθε καλοκαιριού έτρεμε μήπως συννεφιάσει, μήπως γυρίσει ο καιρός. Ζώντας στη λιακάδα βίωνε τη βροχή, το τσουχτερό κρύο. Φοβόταν πολύ να πιστέψει ότι ήρθε επιτέλους αυτό που τόσο καιρό και με τόση καρτερικότητα περίμενε. Ο ανόητος! Μόλις άρχιζε να υποπτεύεται πώς να! αυτό ήταν εκείνο που πάντα αναζητούσε, το καλοκαίρι είχε ήδη φύγει. Κάθε φθινόπωρο ο Τριαντάφυλλος έκλαιγε που για μια ακόμη φορά δεν πρόλαβε να ζήσει και να χαρεί τη μεγάλη του αναζήτηση.
Αν ο Τριαντάφυλλος θεωρούσε υπεύθυνο για τη δυστυχία του το Θεό, εκείνος θα μπορούσε εύκολα να άρει την κατηγορία:Το φθινόπωρο τοποθετήθηκε πριν από το χειμώνα για να προετοιμάζει τον άνθρωπο για το κρύο. Και η άνοιξη πριν από το καλοκαίρι για να αναγγέλλει τη ζέστη. Για τον Τριαντάφυλλο όμως τα πράγματα έδειχναν τελείως διαφορετικά! Η άνοιξη για εκείνον ήταν μια διπρόσωπη, κακόγουστη εποχή. Με τη συχνή εναλλαγή της ζέστης και του κρύου, τον έκανε ακόμα πιο ανασφαλή. Η άνοιξη κρυβόταν κάτω από το περίβλημα της πιο φωτεινής αυγουστιάτικης ημέρας και διαπότιζε το ήπιό της ανάλαφρο αεράκι με το πιο τσουχτερό χειμωνιάτικο κρύο. Όσο για το φθινόπωρο, ανακάτευε τα ομορφότερα χρώματα του πιο νοσταλγικού ουρανού κι ύστερα ο ουρανός εκείνος έκλαιγε, έκλαιγε. Σαν να θρηνούσε κι εκείνος μαζί με τον Τριαντάφυλλο για το πρόωρο χάσιμο του καλοκαιριού και την πρώιμη άφιξη του χειμώνα.
Ο Τριαντάφυλλος θα έπρεπε λογικά να είναι ερωτευμένος με το φθινόπωρο και όχι με το καλοκαίρι. Τον εντυπωσίαζε πάντα η σκέψη πως εκείνος, ένας άνθρωπος, είχε τόσα πολλά κοινά με μία εποχή του χρόνου: τη νοσταλγία, τον μόνιμο πόνο μετά το καλοκαίρι…Είναι όμως το απρόσιτο εκείνο που ερωτευόμαστε, αφού το συνηθισμένο νιώθουμε πως το κουβαλούμε μέσα μας. Ζητάμε το διαφορετικό στο αντικείμενο του έρωτά μας. Το διαφορετικό ήταν για τον Τριαντάφυλλο το θερμό, ανάλαφρο, χαρούμενο, ζωηρό καλοκαίρι.
Ξάφνου από το μυαλό του Τριαντάφυλλου πέρασε η σκέψη πως και το φθινόπωρο είναι ερωτευμένο με το καλοκαίρι. Έτσι λοιπόν εξηγούνται τα κλάματα του ουρανού, η διάχυτη νοσταλγία, τα απογυμνωμένα και άχαρα δέντρα. Τι κουτός που πίστεψε πως όλα εκείνα τα καιρικά καμώματα του συμπαραστέκονταν! Το φθινόπωρο από αντικείμενο ταύτισης είχε γίνει πια για τον Τριαντάφυλλο ο μεγαλύτερος αντίζηλος. Είμαστε μόνοι όταν ερωτευόμαστε.
Πόσο μειονεκτικά αισθανόταν ο Τριαντάφυλλος όταν συνέκρινε τον εαυτό του με το φθινόπωρο! Σίγουρα εκείνο ήταν, όπως και το καλοκαίρι, μια εποχή, ενώ εκείνος όχι. Η σκέψη όμως που άρχισε να τον τυραννά περισσότερο από κάθε άλλη ήταν ότι το φθινόπωρο ενωνόταν με το καλοκαίρι!
Τελικά φταίει ο Θεός, κατέληξε ο Τριαντάφυλλος. Που ο Τριαντάφυλλος κλαίει κάθε καλοκαίρι, γιατί φοβάται πως αν χαρεί θα πέσει θύμα μιας ανοιξιάτικης φάρσας. Που νιώθουμε ασφαλείς μες στη νοσταλγία μας. Που έπλασε τους Τριαντάφυλλους ικανούς να ερωτευθούν μία εποχή…
Μερικές φορές ο καιρός είναι και καλός. Όσες μέρες κάνει κρύο, αιωρείται το συναίσθημα πως πάντα θα είναι έτσι. Σαν να θέλει ο νους να σβήσει εντελώς το ενδεχόμενο της καλοκαιρίας. Κι όμως μέσα μας πάντοτε υπάρχει η ελπίδα του καλοκαιριού αν και μία ασυνείδητη εσωτερική μας δύναμη επιμένει να την απωθεί στους διαδρόμους της λήθης. Είναι κάποιος πολύπλοκος μηχανισμός μες τον άνθρωπο που επιμένει να του υπενθυμίζει το άσχημο και ταυτόχρονα να υποβιβάζει σε σημείο που να ευτελίζει κάθε τι συναισθηματικά θετικό. Αλήθεια πόσο λιγότερο μας πείθει ο έπαινος από τον ψόγο; Πόσο πιο βαθιά χαράζεται η δυσάρεστη από την ευχάριστη εμπειρία; Τέλος πόσο απελπιστικά ουτοπική φαντάζει σήμερα η πιθανότητα μιας ηλιόλουστης μέρας!
Ο Τριαντάφυλλος κατά τη διάρκεια κάθε καλοκαιριού έτρεμε μήπως συννεφιάσει, μήπως γυρίσει ο καιρός. Ζώντας στη λιακάδα βίωνε τη βροχή, το τσουχτερό κρύο. Φοβόταν πολύ να πιστέψει ότι ήρθε επιτέλους αυτό που τόσο καιρό και με τόση καρτερικότητα περίμενε. Ο ανόητος! Μόλις άρχιζε να υποπτεύεται πώς να! αυτό ήταν εκείνο που πάντα αναζητούσε, το καλοκαίρι είχε ήδη φύγει. Κάθε φθινόπωρο ο Τριαντάφυλλος έκλαιγε που για μια ακόμη φορά δεν πρόλαβε να ζήσει και να χαρεί τη μεγάλη του αναζήτηση.
Αν ο Τριαντάφυλλος θεωρούσε υπεύθυνο για τη δυστυχία του το Θεό, εκείνος θα μπορούσε εύκολα να άρει την κατηγορία:Το φθινόπωρο τοποθετήθηκε πριν από το χειμώνα για να προετοιμάζει τον άνθρωπο για το κρύο. Και η άνοιξη πριν από το καλοκαίρι για να αναγγέλλει τη ζέστη. Για τον Τριαντάφυλλο όμως τα πράγματα έδειχναν τελείως διαφορετικά! Η άνοιξη για εκείνον ήταν μια διπρόσωπη, κακόγουστη εποχή. Με τη συχνή εναλλαγή της ζέστης και του κρύου, τον έκανε ακόμα πιο ανασφαλή. Η άνοιξη κρυβόταν κάτω από το περίβλημα της πιο φωτεινής αυγουστιάτικης ημέρας και διαπότιζε το ήπιό της ανάλαφρο αεράκι με το πιο τσουχτερό χειμωνιάτικο κρύο. Όσο για το φθινόπωρο, ανακάτευε τα ομορφότερα χρώματα του πιο νοσταλγικού ουρανού κι ύστερα ο ουρανός εκείνος έκλαιγε, έκλαιγε. Σαν να θρηνούσε κι εκείνος μαζί με τον Τριαντάφυλλο για το πρόωρο χάσιμο του καλοκαιριού και την πρώιμη άφιξη του χειμώνα.
Ο Τριαντάφυλλος θα έπρεπε λογικά να είναι ερωτευμένος με το φθινόπωρο και όχι με το καλοκαίρι. Τον εντυπωσίαζε πάντα η σκέψη πως εκείνος, ένας άνθρωπος, είχε τόσα πολλά κοινά με μία εποχή του χρόνου: τη νοσταλγία, τον μόνιμο πόνο μετά το καλοκαίρι…Είναι όμως το απρόσιτο εκείνο που ερωτευόμαστε, αφού το συνηθισμένο νιώθουμε πως το κουβαλούμε μέσα μας. Ζητάμε το διαφορετικό στο αντικείμενο του έρωτά μας. Το διαφορετικό ήταν για τον Τριαντάφυλλο το θερμό, ανάλαφρο, χαρούμενο, ζωηρό καλοκαίρι.
Ξάφνου από το μυαλό του Τριαντάφυλλου πέρασε η σκέψη πως και το φθινόπωρο είναι ερωτευμένο με το καλοκαίρι. Έτσι λοιπόν εξηγούνται τα κλάματα του ουρανού, η διάχυτη νοσταλγία, τα απογυμνωμένα και άχαρα δέντρα. Τι κουτός που πίστεψε πως όλα εκείνα τα καιρικά καμώματα του συμπαραστέκονταν! Το φθινόπωρο από αντικείμενο ταύτισης είχε γίνει πια για τον Τριαντάφυλλο ο μεγαλύτερος αντίζηλος. Είμαστε μόνοι όταν ερωτευόμαστε.
Πόσο μειονεκτικά αισθανόταν ο Τριαντάφυλλος όταν συνέκρινε τον εαυτό του με το φθινόπωρο! Σίγουρα εκείνο ήταν, όπως και το καλοκαίρι, μια εποχή, ενώ εκείνος όχι. Η σκέψη όμως που άρχισε να τον τυραννά περισσότερο από κάθε άλλη ήταν ότι το φθινόπωρο ενωνόταν με το καλοκαίρι!
Τελικά φταίει ο Θεός, κατέληξε ο Τριαντάφυλλος. Που ο Τριαντάφυλλος κλαίει κάθε καλοκαίρι, γιατί φοβάται πως αν χαρεί θα πέσει θύμα μιας ανοιξιάτικης φάρσας. Που νιώθουμε ασφαλείς μες στη νοσταλγία μας. Που έπλασε τους Τριαντάφυλλους ικανούς να ερωτευθούν μία εποχή…
No comments:
Post a Comment