
Η μάχη με τον εγωισμό μου δεν ξέρω αν είναι υποκριτική –για να νιώθω καλός άνθρωπος- ή πραγματική. Για να νικηθεί αυτό το υπερ-ανθρώπινο τέρας πίστευα πως αρκεί μόλις το βλέπω να του κλείνω την πόρτα και να μη ξαναμπώ ποτέ στο χώρο που το είδα τελευταία φορά. Κάτι σαν το Μινώταυρο που ξεγλυστρά στο λαβύρινθο, ο οποίος παρεπιπτόντως είναι ο εαυτός μου και αν μη τι άλλο τον ξέρω πολύ καλά (κούνια που με κούναγε), οπότε δεν μου χρειάζεται και ο μύτος της Αριάδνης. Θα τον κυνηγώ, ώσπου μια μέρα θα τον στριμώξω και τον ξεκάνω. Μόνο που όσο τον κυνηγώ και τον στριμώχνω, τόσο αυτός αλλάζει μορφές, μπαίνει ύπουλα σε κρυφά κανάλια, μετουσιώνεται όπως το AIDS και μεταλλάσει τους υγιείς ιστούς σε αρρώστια, όπως ο καρκίνος. Και νομίζω, καμιά φορά που απελπίζομαι μαζί του, ότι αν δεν τον κυνηγούσα και τον άφηνα στην ησυχία του, θα εκτονωνόταν πιο ομαλά και πιο ανώδυνα στην καθημερινότητά μου, ενώ τώρα γιγαντώνεται και γίνεται ξεφτέρι στο ξεγλύστρημα.
Τον εντόπισα εύκολα όταν είδα για πρώτη φορά την κόρη μου («είναι το καλύτερο μωρό»). Μου ξέφυγε όμως, σήμερα, που με παράτησε μόνη μου, για τιμωρία, και ο άντρας μου αλλά και η μητέρα μου. Είναι φανερό: δεν με αντέχουν. Όμως τώρα θα τον ξεσκεπάσω εύκολα, αφού δεν έχω έναν, αλλά δύο ανθρώπους ταυτόχρονα να με αποφεύγουν. Και στους δύο μίλησα απότομα, λακωνικά, προσβλητικά, για να επιβάλλω τη γνώμη μου (καλή, χρυσή και εξ αγαθών ελατηρίων ορμώμενη). Κοινή συνισταμένη είναι η μανία μου να επιβάλλω το δικό μου (ανεξάρτητα αν είναι κατά πληθυσμιακή πλειοψηφία το ορθό ή όχι) καθώς και ο brutal, ειρωνικός, επιθετικός κλπ εαυτός μου.
«Πρέπει και στους ολόδικούς μου ανθρώπους να κρατάω τα προσχήματα; Σε κανέναν πια δεν μπορώ να είμαι ο εαυτός μου;» ψευτοαναρωτιέται, χρησιμοποιώντας το μυαλό μου, ο εγωισμός μου, κρυπτόμενος πίσω από το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, μέσω δικαιολόγησης, το οποίο και εμπίπτει στην ευρύτερη συνομοταξία συναισθημάτων, που χρησιμοποιεί συχνά ως μάσκες.
«Πιστεύεις ότι είσαι εξυπνότερη από αυτούς τους δύο και θες να τους επιβληθείς χωρίς κάν τη βάσανο να αιτιολογήσεις τη γνώμη σου, για να τους ξεπετάξεις, χωρίς να χάνεις πολύτιμο χρόνο για να τους πείθεις;» τολμώ να ρωτήσω τον εαυτό μου. «Ναι» απαντώ μέσα μου και ο εγωισμός μου ένοχος χαμηλώνει το βλέμμα. «Δεν έχω χρόνο, δεν έχω υπομονή, το έχω ήδη εξηγήσει πολλές φορές» τολμάει να ψελλίσει, αλλά ξέρει πως, αφού του έβγαλα τo αποκριάτικο κοστούμι, το πάρτυ έχει λήξει και θα πρέπει να βρει καινούργια φορεσιά.
Τον εντόπισα εύκολα όταν είδα για πρώτη φορά την κόρη μου («είναι το καλύτερο μωρό»). Μου ξέφυγε όμως, σήμερα, που με παράτησε μόνη μου, για τιμωρία, και ο άντρας μου αλλά και η μητέρα μου. Είναι φανερό: δεν με αντέχουν. Όμως τώρα θα τον ξεσκεπάσω εύκολα, αφού δεν έχω έναν, αλλά δύο ανθρώπους ταυτόχρονα να με αποφεύγουν. Και στους δύο μίλησα απότομα, λακωνικά, προσβλητικά, για να επιβάλλω τη γνώμη μου (καλή, χρυσή και εξ αγαθών ελατηρίων ορμώμενη). Κοινή συνισταμένη είναι η μανία μου να επιβάλλω το δικό μου (ανεξάρτητα αν είναι κατά πληθυσμιακή πλειοψηφία το ορθό ή όχι) καθώς και ο brutal, ειρωνικός, επιθετικός κλπ εαυτός μου.
«Πρέπει και στους ολόδικούς μου ανθρώπους να κρατάω τα προσχήματα; Σε κανέναν πια δεν μπορώ να είμαι ο εαυτός μου;» ψευτοαναρωτιέται, χρησιμοποιώντας το μυαλό μου, ο εγωισμός μου, κρυπτόμενος πίσω από το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, μέσω δικαιολόγησης, το οποίο και εμπίπτει στην ευρύτερη συνομοταξία συναισθημάτων, που χρησιμοποιεί συχνά ως μάσκες.
«Πιστεύεις ότι είσαι εξυπνότερη από αυτούς τους δύο και θες να τους επιβληθείς χωρίς κάν τη βάσανο να αιτιολογήσεις τη γνώμη σου, για να τους ξεπετάξεις, χωρίς να χάνεις πολύτιμο χρόνο για να τους πείθεις;» τολμώ να ρωτήσω τον εαυτό μου. «Ναι» απαντώ μέσα μου και ο εγωισμός μου ένοχος χαμηλώνει το βλέμμα. «Δεν έχω χρόνο, δεν έχω υπομονή, το έχω ήδη εξηγήσει πολλές φορές» τολμάει να ψελλίσει, αλλά ξέρει πως, αφού του έβγαλα τo αποκριάτικο κοστούμι, το πάρτυ έχει λήξει και θα πρέπει να βρει καινούργια φορεσιά.
No comments:
Post a Comment